Πώς λέμε ΟΧΙ; - Βιβλίο Μαθητή - Γλώσσα Β' Δημοτικού - από το https://idaskalos.blogspot.com
Στην έβδομη ενότητα, του βιβλίου της Γλώσσας της Β' Δημοτικού, με τίτλο "Πώς λέμε ΟΧΙ;", θα μάθουμε να ακούμε, να καταλαβαίνουμε και να λέμε και εμείς ένα παραμύθι. Επίσης, θα μάθουμε να φτιάχνουμε τα δικά μας παραμύθια και ερωτήσεις, πώς να λέμε όχι, πώς να χρησιμοποιούμε τα σημεία στίξης και τέλος, πώς να τονίζουμε τις λέξεις που θέλουν δύο τόνους.

Πάμε να δούμε ποιες εργασίες και ασκήσεις έχει το βιβλίο μας, και πώς θα τις λύσουμε.

Σε ποια χώρα βρίσκεται η πλατεία της εικόνας;
Η πλατεία που βλέπουμε στην εικόνα βρίσκεται στην Ελλάδα.

Από πού το κατάλαβες;
Το καταλαβαίνουμε καταρχάς από τα ελληνικά σημαιάκια που κρέμονται, καθώς και από τις σημαίες που κρατούν οι άνθρωποι.

Τι θα άλλαζε, αν η ίδια πλατεία ήταν σε μια άλλη χώρα;
Αν η ίδια πλατεία βρισκόταν σε κάποια άλλη χώρα, θα άλλαζαν οι σημαίες.

Πότε σημαιοστολίζουμε τα κτίρια και τις πλατείες;
Σημαιοστολίζουμε τα κτίρια και τις πλατείες σε εθνικές γιορτές και επετείους, όπως η 28η Οκτωβρίου και η 25 Μαρτίου, όπου πραγματοποιείτε και παρέλαση.

Ξέρεις τι είναι εθνική γιορτή;
Εθνική γιορτή ονομάζεται η γιορτή που ισχύει για ένα ολόκληρο έθνος, δηλαδή για ένα σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως πχ γλώσσα, φυλή, καταγωγή, θρησκεία κλπ. Για την Ελλάδα για παράδειγμα, εθνική γιορτή είναι αυτή που την γιορτάζουν όλοι οι Έλληνες σε όλο τον κόσμο και όχι μόνο αυτοί που ζουν στην Ελλάδα.
Συνήθως οι εθνικές γιορτές αφορούν μεγάλα ιστορικά γεγονότα όπως η απελευθέρωση, το τέλος ενός πολέμου, η ανεξαρτησία μιας χώρας κλπ (πχ. η 28η Οκτωβρίου και η 25 Μαρτίου).

1. Ποιος είναι ο τίτλος του παραμυθιού;
Ο τίτλος του παραμυθιού είναι: «Σαν παραμύθι».

Ποιοι είναι οι δύο ήρωες του παραμυθιού;
Οι δύο ήρωες του παραμυθιού είναι ένας μεγάλος γίγαντας και ένας μικρός νάνος.

Τι συμβαίνει στην αρχή του παραμυθιού;
Στην αρχή του παραμυθιού γνωρίζουμε τους δύο ήρωες της ιστορίας, τον μεγάλο γίγαντα και τον μικρό νάνο. Ο καθένας τους, ζούσε ειρηνικά στον τόπο του, χωρίς να προκαλεί προβλήματα στον γείτονά του. Ζούσαν λοιπόν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι, έχοντας ένα μεγάλο αυλάκι να τους χωρίζει.

Τι γίνεται στη μέση του παραμυθιού;
Κάποια στιγμή, ο γίγαντας αποφάσισε να διεκδικήσει το σπίτι του νάνου, έτσι φόρεσε μία περίεργη στολή, πήρε το δόρυ του και πήγε στον νάνο. «Παραδώσου» του φώναξε, προτάσσοντας απειλητικά το δόρυ προς τον νάνο. Εκείνος όμως, έχοντας στο νου του το όμορφο κλίμα επικρατούσε μεταξύ τους, πίστεψε στην αρχή πως επρόκειτο για φάρσα. Όταν όμως ο γίγαντας επέμεινε, ο νάνος αρνήθηκε να παραδοθεί και έσπευσε στο σπίτι του για να πάρει μία σφεντόνα.

Πώς τελειώνει το παραμύθι;
Ο γίγαντας ξαφνιασμένος από το θάρρος του νάνου, όρμησε στην μάχη. Ο νάνος όμως, σαν άλλος Δαβίδ, κατάφερε να νικήσει τον γίγαντα και να τον τρέψει σε φυγή! Έτσι, προστάτευσε το σπίτι και την ιδιοκτησία του.

Διηγήσου το παραμύθι με τη βοήθεια των παραπάνω ερωτήσεων.
Μία φορά και έναν καιρό, σε μία μακρινή περιοχή, ζούσε ένας μεγάλος γίγαντας και ένας μικρός νάνο. Ο καθένας τους, ζούσε ειρηνικά στον τόπο του, χωρίς να προκαλεί προβλήματα στον γείτονά του. Ήταν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι! Τους χώριζε μάλιστα ένα μεγάλο αυλάκι!
Μια μέρα όμως, ο γίγαντας αποφάσισε να διεκδικήσει το σπίτι του νάνου, έτσι φόρεσε μία περίεργη στολή, πήρε το δόρυ του, πέρασε το αυλάκι με ένα σάλτο και πήγε στον νάνο.
«Ήρθα να σου πάρω το σπίτι· παραδώσου!» του φώναξε, προτάσσοντας απειλητικά το δόρυ του. Ο νάνος όμως, έχοντας στο νου του το όμορφο κλίμα που επικρατούσε μεταξύ τους, πίστεψε στην αρχή πως επρόκειτο για φάρσα. «Κοίτα χωρατατζής που ’ναι ο μεγάλος γίγαντας!» σκέφτηκε και χαιρέτησε τον γείτονά του.
Όταν όμως ο γίγαντας επέμεινε, ο νάνος αρνήθηκε να παραδοθεί και έσπευσε στο σπίτι του για να πάρει μία σφεντόνα.
Ο γίγαντας ξαφνιάστηκε από το θάρρος του νάνου, παρόλα αυτά όμως, όρμησε στην μάχη.
Ο νάνος όμως κατάφερε να νικήσει τον γίγαντα και να τον τρέψει σε φυγή! Έτσι, προστάτευσε το σπίτι και την ιδιοκτησία του.

Τι λέει στο παραμύθι ότι έκαναν οι Έλληνες του Σαράντα;
Το παραμύθι είναι μία παρομοίωση του Σαράντα. Οι Έλληνες, όπως ο μικρός νάνος του παραμυθιού, στάθηκαν γενναία απέναντι στους Ιταλούς, όταν τους ζήτησαν να  παραδώσουν τη χώρα τους, παρά την αριθμητική υπεροχή των κατακτητών. Η απάντησή τους (όπως και του νάνου) ήταν ένα θαρραλέο και αποφασιστικό ΟΧΙ!
Δεν περιορίστηκαν όμως μόνο στα λόγια. Πολέμησαν παλικαρίσια και νικηφόρα πάνω στις βουνοκορφές.

Γνωρίζεις τι έγινε το 1940; Από πού το γνωρίζεις;
Σίγουρα όλοι θα έχουμε ακούσει κάτι για το Έπος του '40. Μπορεί να έχουμε ακούσει από τους γονείς μας, από το σχολείο, από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας. Εμείς θα σας παραθέσουμε μία σύντομη περίληψη των γεγονότων:
Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-41 ή αλλιώς Πόλεμος του '40 ή Έπος του '40, ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, η οποία διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 31 Μαΐου 1941, όταν και ολοκληρώθηκε η κατάληψη της χώρας από τις Γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες επιτέθηκαν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941.

Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι (έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ) θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι του 1940, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας.

Τις πρώτες πρωινές ώρες λοιπόν, της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι παρέδωσε ιδιόχειρα στον Έλληνα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Ελληνικού Βασιλείου, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για τις ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του για τη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.
Μετά την άρνηση του Μεταξά (το γνωστό «ΌΧΙ»), ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα μέσω των ελληνοαλβανικών συνόρων.

Ο Ελληνικός Στρατός αντεπιτέθηκε γενναία και ανάγκασε τον ιταλικό σε υποχώρηση. Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν προωθηθεί στο ένα τέταρτο σχεδόν του εδάφους της Αλβανίας, καταλαμβάνοντας κατά σειρά τις πόλεις: Κορυτσά, Πόγραδετς, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο και Χειμάρρα. Η αντεπίθεση των Ιταλών, το Μάρτιο του 1941, απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές εκτάσεις στην περιοχή βόρεια της Χειμάρρας. Τις πρώτες μέρες του Απριλίου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα επίθεση. Από τις 12 Απριλίου, ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες Γερμανούς. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις 20 Απριλίου και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.

Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής ήταν η πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.
 
 • Ζητήστε από τους μεγαλύτερους να σας πουν ιστορίες που έχουν ζήσει ή που έχουν ακούσει για τον πόλεμο του 1940. Αν βρείτε, φέρτε στην τάξη παιδικά βιβλία, παιδικά θεατρικά έργα ή ποιήματα για τον πόλεμο του 1940, για να τα διαβάσουμε όλοι μαζί.
Για να λύσουμε αυτήν την άσκηση, μπορούμε να ρωτήσουμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας να μας που ιστορίες για το '40. Μπορούμε να τους ρωτήσουμε αν έχουν φυλάξει εφημερίδες ή κάποιο ημερολόγιο από τους γονείς τους, ώστε να το παρουσιάσουμε στην τάξη.

2. Χρωμάτισε στο προηγούμενο παραμύθι τα παρακάτω σημαδάκια:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γίγαντας, ένας μεγάλος γίγαντας, τόσο μεγάλος όσο σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι μαζί. Τον ίδιο καιρό κάπου κοντά στον γίγαντα ήταν κι ένας νάνος. Ένας μικρός νάνος. Νάνος και γίγαντας ζούσαν ο καθένας στον τόπο του χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον
άλλο. Τους χώριζε άλλωστε ένα τεράστιο αυλάκι, μια θάλασσα.
Και ήταν ευτυχισμένοι Και περνούσε ο καιρός. O νάνος κοίταγε τη δουλειά του, ο γίγαντας τη δικιά του, και ζούσαν αγαπημένοι
Ένα πρωί όμως ο μεγάλος γίγαντας φόρεσε ένα περίεργο καπέλο και μια ακόμη πιο περίεργη στολή. Φόρεσε και κάτι μεγάλες μπότες και μετά έκανε ένα μεγάλο πήδημα, έφτασε μπροστά στην πόρτα του μικρού νάνου και, βάνοντάς του μια λόγχη μπροστά στην κοιλιά του, είπε: «Ήρθα να σου πάρω
το σπίτι· παραδώσου!».
O μικρός νάνος στην αρχή το πέρασε για χωρατό. «Κοίτα χωρατατζής που ’ναι ο μεγάλος γίγαντας
σκέφτηκε. Και φέρνοντας στον νου τον γνωστό τους χαιρετισμό, του φώναξε:
Γεια σου, γείτονα!
O γίγαντας όμως δεν καταλάβαινε πια από τέτοια. Πίεσε τη λόγχη πάνω στην κοιλιά του μικρού νάνου και άγρια ξαναφώναξε:
Παραδώσου!
Ο μικρός νάνος τότε κατάλαβε. κοίταξε λυπημένος κατάματα τον μεγάλο γίγαντα και χωρίς κανένα φόβο τού είπε:
Όχι, δεν παραδίνομαι!
Αμέσως μετά έτρεξε, έφτασε στο μικρό καλύβι του και σε λίγο ξαναγύρισε κρατώντας στα χέρια του μια σφεντόνα. Στάθηκε μπροστά στον γίγαντα και περίμενε.
Ο μεγάλος γίγαντας τα ’χασε για λίγο. Ύστερα χύθηκε πάνω στον μικρό νάνο θέλοντας να τον συντρίψει. Έγινε όμως κάτι απίστευτο. Ο μικρός νάνος νίκησε τον μεγάλο γίγαντα! Ο μεγάλος γίγαντας το ’βαλε στα πόδια...
Έτσι οι Έλληνες του Σαράντα, όπως ο μικρός νάνος του παραμυθιού, όταν η Ιταλία ζήτησε να της παραδώσουν τη χώρα τους, απάντησαν όπως και κείνος, μ’ ένα θαρραλέο και αποφασιστικό ΟΧΙ!
Δεν είναι όμως μόνο πως είπαν το ΟΧΙ. Το διαφέντεψαν στη συνέχεια παλικαρίσια και νικηφόρα πάνω στις βουνοκορφές.

3. Ένωσε το κάθε σημαδάκι με την πρόταση που το εξηγεί.
, Σταματούμε για λίγο μέσα στην πρόταση.
«» Μέσα σε αυτά μπαίνει ό,τι λέει κάποιος.
! Δείχνει την έκπληξη ή τον θαυμασμό.
. Μπαίνει στο τέλος της πρότασης.
; Μπαίνει στο τέλος της πρότασης που ρωτά.
: Δείχνει ότι σταματούμε, πριν γράψουμε τα λόγια κάποιου ή πριν εξηγήσουμε κάτι.
- Δείχνει ότι κάποιος αρχίζει να μιλά.
... Μπαίνει αντί για κάτι που δε θέλουμε να γράψουμε.

4. Βάλε στο κάθε κουτάκι το σωστό σημείο στίξης.
τελεία .
εισαγωγικά «»
ερωτηματικό ;
παύλα -
κόμμα ,
θαυμαστικό !
διπλή τελεία :
αποσιωπητικά ...

6. Φτιάξε προτάσεις με τις λέξεις αυτές.
Ποιος γέμισε με ψίχουλα το θρανίο μου;
Πού πήγε ο Γιώργος;
Πώς ήταν το ταξίδι σου;
Πότε θα πάμε εκδρομή;
Γιατί δεν διάβασες για το διαγώνισμα;
Μήπως ξέρεις που έχω αφήσει την τσάντα μου;
Πόσο κοστίζει αυτό το παντελόνι;
Τι κάνεις;
Τίνος είναι αυτή η ομπρέλα;

7. Υπογράμμισε στο παρακάτω ποίημα όλες τις εκφράσεις που δείχνουν άρνηση.
Σήμερα στη μουσική
τη νότα κάνουμε του μι
αλλά σαν γνωστή μού μοιάζει.
Όλο «μη» η μαμά φωνάζει.
Μην κλοτσάς στο σπίτι μπάλα
και μη βιάζεσαι στη σκάλα.
Μην ξεχνάς δόντια να πλύνεις.
Στο μωρό γλυκά μη δίνεις.
Φαίνεται στη μουσική,
όταν ήτανε μικρή,
πως δεν πρόσεχε πολύ
και θυμάται τώρα αυτή
μία νότα. Αυτή του μι...

8. Ας φτιάξουμε όλοι μαζί στην τάξη ένα παραμύθι, όπως μας συμβουλεύει η Βάγια. Το παραμύθι μπορεί να περιέχει τις λέξεις: άμαξα, βαρέλι, βιολί, νησί, πειρατής, ήλιος, διαμάντι, πυξίδα, παπαγάλος, νάνος.                   
Αυτή η άσκηση είναι μία εξαιρετική ευκαιρία να αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη και να δημιουργήσουμε το δικό μας παραμύθι. Για να το κάνουμε όμως πρέπει να έχουμε τα εξής κατά νου: Το παραμύθι μας πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος. Καλό είναι να αποφασίσουμε από πριν τους ήρωες του παραμυθιού, ώστε να έχουμε μία βάση πάνω στην οποία θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε την ιστορία μας. Εμείς θα σας δώσουμε ένα μικρό παράδειγμα, εσείς όμως θα πρέπει να φτιάξετε την δική σας ιστορία!

Τίτλος: Ο μουσικός πειρατής

Αρχή: Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε ένας πειρατής που λάτρευε την μουσική. Ήξερε να παίζει εκπληκτικό βιολί, όμως δεν μπορούσε να τραγουδήσει. Για καλή του τύχη όμως, ο πιστός του φίλος, ο παπαγάλος, είχε εκπληκτική φωνή! Γυρνούσαν λοιπόν ολόκληρο τον κόσμο με το πλοίο τους και μοιράζονταν την μουσική τους με τον κόσμο.

Μέση: Μια μέρα, η πυξίδα του πειρατή χάλασε!
«Ωχ! Τι θα κάνω τώρα;» αναφώνησε αγχωμένος.
«Γιατί δεν πάμε σε εκείνο το νησί; Ίσως εκεί να υπάρχει κάποιος που να μπορεί να την φτιάξει.» του απάντησε ο παπαγάλος και αμέσως έβαλαν πλώρη για το νησάκι.
Ύστερα από λίγη ώρα έπιασαν λιμάνι. Ο πειρατής, κοιτώντας τον ήλιο, υπολόγισε πως πρέπει να ήταν γύρω στις 2 το μεσημέρι, έτσι αποφάσισε να ξαποστάσει για λίγη ώρα και το απόγευμα να πάει στην αγορά για να βρει έναν μάστορα για την πυξίδα του.
Κάθισε σε ένα βαρέλι και άρχισε να παίζει ένα τραγούδι που είχε μάθει σε ένα από τα ταξίδια του. Η υπέροχες μελωδίες που έπλαθε με τα δάχτυλά του τράβηξαν το ενδιαφέρον του κόσμου κι έτσι, σιγά σιγά, δημιουργήθηκε μία όμορφη συντροφιά ανθρώπων που τραγουδούσαν χαρούμενοι.
Ο παπαγάλος που τραγουδούσε λυρικά, παρατήρησε μία όμορφη άμαξα να σταματάει δίπλα τους και από μέσα, ένας νάνος με αρχοντική ενδυμασία, βγήκε δακρυσμένος. Παραμέρισε το πλήθος και στάθηκε μπροστά από τους μουσικούς μας.
Με το που τελείωσε το τραγούδι, το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα, ενώ ο νάνος έσπευσε να συγχαρεί τους καλλιτέχνες.
«Συγχαρητήρια! Μπράβο μπράβο! Έκτακτα!» φώναξε συγκινημένος!
«Που μάθατε αυτό το τραγούδι;» συμπλήρωσε σκουπίζοντας τα δάκρυά του.
«Μου το έμαθε ένας γέρος ναύτης, που τον φώναζαν Γουίλι, σε ένα από τα ταξίδια μου.» απάντησε ο πειρατής.
«Αυτό το τραγούδι το είχε γράψει ο παππούς μου!» απάντησε συγκινημένος ο νάνος. «Είχα πολλά χρόνια να το ακούσω! Σας ευχαριστώ πολύ!» συμπλήρωσε.
«Παρακαλώ!» απάντησε ο πειρατής.
«Να, πάρτε αυτό, ως ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου!» είπε ο νάνος και έδωσε στον πειρατή έναν τυλιγμένο πάπυρο.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο παπαγάλος.
«Είναι ένας χάρτης θησαυρού, για το διαμάντι του μαυρογένη πειρατή!» είπε ο νάνος. «Εγώ είμαι αρκετά μεγάλος για να το βρω. Εσείς όμως πιστεύω ότι θα τα καταφέρετε!»
«Ευχαριστούμε πάρα πολύ!!!» είπε ενθουσιασμένος ο πειρατής.

Τέλος: Έτσι, οι δύο ήρωές μας, αφού βρήκαν μάστορα και επισκεύασαν την χαλασμένη πυξίδα, σήκωσαν τις άγκυρες και ξεκίνησαν ενθουσιασμένοι για την καινούρια τους περιπέτεια! Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!